αὐτοετίτης Save LSJ DGE Bailly 2024 αὐτο-ετίτης, ου, ὁ, f.l. for αὐτο-ετής, Gal. 19.87. αὐτοετίτης -ου, ὁ del año οἶνος Gal.19.87. αὐτοετίτης, ου, adj. m. de la même année, Gal. 2, 99d. Étym. αὐτοετής.