Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτογενικός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοβασιλεύς
αὐτοβαφής
αὐτοβῆτα
αὐτοβλάβη
αὐτοβλαβής
αὐτοβοάω
αὐτοβοεί
αὐτοβοήθητος
αὐτοβόηθος
αὐτοβόητος
Αὐτοβοισάκης
αὐτοβορέας
Αὐτοβορέας
αὐτοβουλή
αὐτοβούλησις
αὐτοβούλητος
αὐτοβουλήτως
αὐτοβουλία
αὐτόβουλος
Αὐτόβουλος
αὐτοβοῦς
αὐτοβραδύτης
αὐτόγα
αὐτόγαμος
αὐτόγε
αὐτογέεννα
αὐτογένεθλος
αὐτογενέτωρ
αὐτογενής
αὐτογένητος
αὐτογενικός
αὐτογεννητικός
αὐτογέννητος
αὐτογεννήτωρ
αὐτογεωργός
αὐτογῆ
αὐτόγη
αὐτόγλυφος
αὐτογλώχιν
αὐτογνωμονέω
αὐτογνωμόνως
αὐτογνωμοσύνη
αὐτογνώμων
αὐτογνωσία
αὐτογνῶσις
αὐτόγνωσις
αὐτόγνωστος
αὐτόγνωτος
αὐτόγονος
αὐτογόνος
αὐτογόνως
αὐτογραμμή
αὐτόγραπτος
αὐτογραφέω
αὐτόγραφος
αὐτόγυον
αὐτόγυος
αὐτοδαής
αὐτοδάϊκτος
αὐτοδαιμόνιος
αὐτοδαίμων
…
αὐτογενικός
Save
Bailly 2024
αὐτογενικός,
ή, όν,
de sa propre race,
Orig.
Étym.
αὐτογενής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}