αὐτοκαλές Save LSJ DGE αὐτο-καλές· τὸ ἐπιτυχόν, συμβεβηκός, Hsch. †αὐτοκαλές· τὸ ἐπιτυχόν, συμβεβηκός Hsch. (cj. αὐτοκάβδαλον q.u.).