Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτοκαβδάλως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοθέλημα
αὐτοθελής
αὐτοθέλητος
αὐτοθέμεθλος
αὐτόθεν
αὐτόθεος
αὐτοθεότης
αὐτόθερμος
αὐτοθερμός
αὐτοθερμότης
αὐτόθετος
αὐτοθέωσις
Αὐτοθηβαῖος
αὐτόθηκτον
αὐτόθηκτος
αὐτοθήρευτος
αὐτοθήριον
αὐτοθηρίον
αὐτόθι
αὐτόθροα
αὐτόθροος
αὔτοικος
αὐτόϊππος
αὐτόισον
αὐτόϊσος
αὐτόισος
αὐτοισότης
αὐτοϊσότης
αὐτοισχύς
αὐτοκάβδαλος
αὐτοκαβδάλως
αὐτοκάθαρμα
αὐτοκάθαρσις
αὐτόκακον
αὐτόκακος
αὐτοκαλές
αὐτοκαλλονή
αὐτοκαλλοποιός
αὐτόκαλλος
αὐτόκαλον
αὐτόκαλος
αὐτοκάνδαλος
Αὐτοκάνη
Αὐτοκάνης
Αὐτοκάνης ὄρος
αὐτοκάρδαλον
αὐτοκάρδαλος
αὐτόκαρνος
αὐτόκαρπος
αὐτοκασιγνήτη
αὐτοκασιγνήτηνδε
αὐτοκασίγνητος
αὐτοκατάκριτος
αὐτοκατάρα
αὐτοκατασκεύαστος
αὐτοκαταφύσιν
αὐτοκατήγορος
αὐτοκαύδαλος
αὐτοκαυδάλως
αὐτοκέλευθος
αὐτοκελευστί
…
αὐτοκαβδάλως
Save
Bailly 2024
αὐτοκαβδάλως
[
δᾰ
]
adv.
grossièrement, sans art,
Arstt.
Rhet.
3, 7
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}