αὐτοκατάκριτος
αὐτοκατάκριτος, self-condemned
αὐτο-κατάκρῐτος, ον,
- self-condemned, Ep.Tit. 3.11, Ph. 2.652.
1 que se condena a sí mismo
αἱρετικὸς ἄνθρωπος
2 adv. -ως como condenándose a sí mismo
τίς δὲ κοσμήσει τὸν αὐ. ἑαυτὸν διαστρέφοντα;
αὐτο·κατάκριτος, ος, ον [ῐ] qui se condamne soi-même, NT. Tit. 3, 11.
Étym. αὐ. κατακρίνω.
αὐτοκατάκριτος, durch sich selbst verurteilt, NT.
αὐτοκατάκριτος
κατακρίνω
- self-condemned, NTest.