Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτολογέω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοκτονέω
αὐτοκτονία
αὐτοκτόνος
αὐτόκτονος
αὐτοκτόνως
αὐτοκυβερνητεί
αὐτοκυβερνήτης
αὐτοκύβος
αὐτόκυκλος
αὐτοκύλιστος
αὐτοκύριος
αὐτοκυρίως
αὐτόκωλος
αὐτόκωπος
αὐτόλαβος
Αὐτολάλαι
αὐτολαλητής
αὑτολαλητής
αὐτολάλητος
Αὐτόλαος
αὐτόλειον
αὐτολείπω
αὐτολεξεί
αὐτολευκόν
Αὐτολέων
αὐτολήκυθος
αὐτόληπτον
αὐτόληπτος
αὐτολίθινος
αὐτόλιθος
αὐτολογέω
αὐτόλογος
αὐτολόγος
αὐτολόχευτος
αὐτολύκιον
αὐτόλυκοι
Αὐτόλυκος
αὐτολυρίζω
αὐτολυρίζων
αὐτολυρίζων ὄνος
αὐτόλυρος
αὐτόλυσις
Αὐτολύτη
αὐτόλυτοι κύνες
αὐτόλυτος
αὐτομάθεια
αὐτομαθής
αὐτομαθία
αὐτομαθῶς
αὐτομακαριότης
Αὐτόμαλα
Αὐτομαλακίτης
αὐτομανής
αὐτομανία
αὐτόμαργος
αὐτομαρτυρέω
αὐτόμαρτυς
αὐτομάρτυς
αὐτοματάρειον
αὐτοματάρις
αὐτοματεί
…
αὐτολογέω
Save
Bailly 2024
αὐτο·λογέω-ῶ,
parler de soi-même,
Orig.
Étym.
αὐτός, -λόγος
de
λέγω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}