Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτόμαργος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Αὐτολέων
αὐτολήκυθος
αὐτόληπτον
αὐτόληπτος
αὐτολίθινος
αὐτόλιθος
αὐτολογέω
αὐτόλογος
αὐτολόγος
αὐτολόχευτος
αὐτολύκιον
αὐτόλυκοι
Αὐτόλυκος
αὐτολυρίζω
αὐτολυρίζων
αὐτολυρίζων ὄνος
αὐτόλυρος
αὐτόλυσις
Αὐτολύτη
αὐτόλυτοι κύνες
αὐτόλυτος
αὐτομάθεια
αὐτομαθής
αὐτομαθία
αὐτομαθῶς
αὐτομακαριότης
Αὐτόμαλα
Αὐτομαλακίτης
αὐτομανής
αὐτομανία
αὐτόμαργος
αὐτομαρτυρέω
αὐτόμαρτυς
αὐτομάρτυς
αὐτοματάρειον
αὐτοματάρις
αὐτοματεί
αὐτοματεῖν
αὐτοματέω
Αὐτομάτη
αὐτομάτην
αὐτοματί
αὐτοματία
Αὐτοματία
αὐτοματίζω
αὐτοματισμός
αὐτοματιστής
αὐτοματοποιητική
αὐτοματοποιητικός
αὐτοματοποίητος
αὐτοματοποιητός
αὐτοματοποιϊκός
αὐτοματοποιός
αὐτόματος
αὐτοματουργός
αὐτομάττιτα
αὐτομάτως
αὐτομαχεί
αὐτομαχέω
αὐτόμεγα
αὐτομέγεθος
…
αὐτόμαργος
Save
DGE
αὐτόμαργος
-ον
que se enfurece espontáneamente
s. cont., A.
Fr
.451i.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}