αὐτοκυβερνήτης
αὐτοκυβερνήτης, one who steers himself
αὐτο-κῠβερνήτης, ου, ὁ,
- one who steers himself, AP 9.438 (Phil.).
que es su propio piloto de hormigas
αὐτοκυβερνῆται πρὸς κύτος ἐτρόχασαν
αὐτο·κυβερνήτης, ου (ὁ) [ῠ] qui est son propre pilote, Anth. 9, 438.
αὐτοκυβερνήτης, ὁ, Selbststeuerer, s. αὐτοκυβερνητεί.
αὐτοκυβερνήτης
- one who steers himself, Anth.