αὐτοπαίδευτος
αὐτοπαίδευτος, self-educated
αὐτο-παίδευτος, ον,
- self-educated, Anatolius in Cat.Cod.Astr. 8(3).188.
autodidacta
τοῦ δ' Ἑρμου (τὰ γεννώμενα)
αὐτοπαίδευτος, self-educated
autodidacta
τοῦ δ' Ἑρμου (τὰ γεννώμενα)