Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτόολον
αὐτόολον, abstract totality
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτόμορφα
αὐτόμορφος
αὐτόνεκρος
αὐτονοερός
αὐτονοέω
Αὐτονόη
αὐτονόησις
αὐτονόητος
Αὐτονόμα
αὐτονομαστί
αὐτονομέομαι
αὐτονομέω
αὐτονομία
αὐτόνομος
Αὐτόνομος
αὐτόνοος
Αὐτόνοος
αὐτονοῦς
αὐτονυκτί
αὐτονυχεί
αὐτονυχί
αὐτονυχιδίς
αὐτονύχιος
αὐτονυχίς
αὐτοξενεῖν
αὐτόξενος
αὐτόξεστος
αὐτοξηρότης
αὐτόξυλος
αὐτοοικία
αὐτόολον
αὐτόολος
αὐτοολότης
αὐτοόμοιον
αὐτοόμοιος
αὐτοομοιότης
αὐτοομοούσιος
αὐτοόν
αὐτοουρανός
αὐτοουσία
αὐτοούσιος
αὐτοουσίωσις
αὐτοπαγής
αὐτοπάγητος
αὐτοπάθεια
αὐτοπαθέω
αὐτοπαθής
αὐτοπαθητικός
αὐτοπαθῶς
αὐτοπαίδευτος
αὐτόπαις
αὐτοπάμων
αὐτοπαράκλητος
αὐτοπάρακτος
αὐτοπαραξία
αὐτοπάρθενος
αὐτοπαρουσίως
αὐτόπαστοι
αὐτόπαστος
αὐτοπατήρ
αὐτοπάτωρ
…
αὐτόολον
Save
αὐτόολον, abstract totality
LSJ
αὐτό-ολον, τό,
abstract totality,
Dam.
Pr.
427.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}