αὐτόχρημα
αὐτόχρημα, in very deed, really and truly
- in very deed, Ar. Eq. 78, Luc. Dem.Enc. 13, Procop.Gaz. Ep. 58, Iamb. Myst. 5.20; dub. in S. Ichn. 38.
- 2 just, exactly, Ael. NA 2.44, Aristid. 2.228 J.
- II straightway, Jul. Or. 6.181b.
1 de hecho, en realidad
τοσόνδε δ' αὐτοῦ βῆμα διαβεβηκότος ὁ πρωκτός ἐστιν αὐ. ἐν Χάοσιν
• en el momento, al punto
φλεγμαινούσαις νέων ὁρμαῖς αὐ.
Σπαρτιάτης αὐ. γεγένημαι
ὡς αὐ. βασιλέα ἀτιμάσας
2 justamente, exactamente
λυποῦσι ... δηκτικαὶ προσπίτπουσαι, ὡς αὐ. ἐπὶ τῆς γῆς αἱ μυῖαι
εἰ δέ τις ἀχθεσθήσεται τούτοις ὑπὲρ Πλάτωνος, αὐ. τἀναντία οἷς βούλεται ποιήσει
• absolutamente
θανάτου κρείττων ἐστὶν ὁ τοῦ θεοῦ λόγος, μᾶλλον δὲ αὐ. ζωή
3 de por sí
ὁ σοφοῦν ἑτέρους δυνάμενος ... οὐκ αὐ. ἐστιν ἡ σοφία, ἀλλὰ τῆς ἐνούσης ἐν αὐτῷ σοφίας διάκονος
• verdaderamente
ὁ δὲ αὐ. Μακκαβαῖος
- Iin very deed, really and truly, Ar.
- IIjust, exactly, Luc.