Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτόχυμος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοχειλής
αὐτόχειρ
αὐτοχειρί
αὐτοχειρία
αὐτοχειρίζω
αὐτοχείριος
αὐτοχειρίος
αὐτόχειρος
αὐτοχειροτόνητος
αὐτοχερί
αὐτοχερίη
αὐτοχθηδόν
αὐτόχθονον
αὐτόχθονος
αὐτόχθων
Αὐτόχθων
αὐτοχολή
αὐτοχολωτέω
αὐτοχόλωτον
αὐτοχόλωτος
αὐτοχόρδη
αὐτοχορήγητος
αὐτοχόωνος
αὐτόχρημα
αὐτοχροιηδόν
αὐτοχρόϊνδον
αὐτόχρονος
αὐτόχροος
αὐτόχρους
αὐτόχρυσος
αὐτόχυμος
αὐτόχυτος
αὐτόχωνον
αὐτοχωρέω
αὐτοψεί
αὐτοψί
αὐτοψία
αὐτοψυχή
Αὐτρίγονες
Αὔτρικον
Αὐτρώνιος
αὐτῶ
αὐτῷ
αὑτῷ
αὐτώδης
αὐτώλης
αὐτωνητής
αὐτώρης
αὐτώροφος
αὔτως
Αὐυρήθ
αὔφην
Αὐφιδήνα
Αὐφίδιος
Αὔφιδος
αὔφιτα
αὔφιτον
Αὐφρία
αὔχα
αὐχαλέος
Αὐχάται
…
αὐτόχυμος
Save
Pape
αὐτόχυμος
, [ῡ],
von eignem od. natürlichem Safte
, Aristid.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}