αὐτόχειρος
αὐτό-χειρος, ον, = foreg., Hsch. Adv. -ρως,
- = αὐτοχειρί, Sch. E. Or. 1040, v.l. in Hierocl. Facet. 152.
1
αὐτόχειρος· ὁ ἑαυτὸν ἐγχειρίσας
2 adv. -ως con la propia mano
ἐὰν αὐ. τοῦτο πράξωμεν