βίτος
βίτος, tyre
βίτος, ὁ,
- tyre, Edict.Diocl. 15.31a:—hence βιτωτός, ή, όν, with tyres, τροχοί ib. 34; σαράγαρα, καροῦχον β., with tyred wheels, ib. 36, 37.
llanta
τοὺς τροχοὺς ἔχον ἀπὸ βίτου χωρὶς σιδήρου