βίττακος
βίττακος, ου, ὁ,
- = ψίττακος, Eub. 123, Ctes. Fr. 57.3.
loro
περὶ τοῦ ὀρνέου τοῦ βιττάκου, ὅτι γλῶσσαν ἀνθρωπίνην ἔχει καὶ φωνήν
•V.
βίττακος, ου (ὁ) sorte de petit oiseau (sel. d’autres, c. ψίττακος) Eub. (Ath. 65e).
βίττακος, = ψίττακος, Eubul. Ath. II.65e ; cf. Ctes. bei Phot. 45.35.