βακχιώτης Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape βακχιώτης, ου (ὁ) c. βακχευτής, Soph. O.C. 678. Étym. βακχιόω. βακχιώτης -ου, ὁ [βάκχος] bacchant. βακχιώτης, ὁ, = βακχευτής, Soph. O.C. 683, vor Hermann βακχειώτης.