Βακχίς
Βακχίς, Bacchis
Βακχ-ίς, ίδος, ἡ,
- = Βάκχη, Νύμφαι S. Ant. 1129.
bacante
νύμφαι
Βακχίς, ίδος (ἡ) Bakkhis, f. Plut. Ath.
Étym. Βάκχος.
Βακχίς
= Βάκχη, Soph.
Βακχίς, Bacchis
bacante
νύμφαι