Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βαμβάκεια
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βαλνικάριος
Βαλόγγα
Βαλόγκα
Βάλοιον
Βαλοῖος
βαλοιτήσειρον
βαλός
Βάλσα
βαλσαμέλαιον
βαλσαμίνη
βάλσαμον
βάλσαμος
βαλσαμουργός
βαλσαμῶδες
βαλσαμώδης
βαλσαμών
Βαλτάσαρος
Βάλτη
βάλτιον
Βαλτιπάτνα
βάλτις
Βαλύρα
Βάλωμος
βαλώστιον
Βαλώστιον
βᾶμα
βαμά
βάμβα
βαμβαίνω
βαμβακεία
βαμβάκεια
βαμβακεύτρια
βαμβάκινος
βαμβάκιον
βαμβακοειδής
βάμβακος
βαμβάκτης
βαμβακύζω
βάμβαλα
βαμβαλείν
βαμβαλιαστύς
βαμβαλίζω
Βαμβαλίων
βάμβαλον
βαμβαλύζω
βαμβάλω
βάμβαξ
βαμβραδών
βαμβράσσει
Βαμβύκη
Βαμβυλεῖος
βᾶμες
βάμμα
Βαμμάλα
Βαμμόγουρα
βάν
βανά
Βανάγαρα
Βανάδασπος
Βανάθα
Βανάκη
…
βαμβάκεια
Save
DGE
βαμβάκεια
-ας, ἡ
empleo de pócimas
,
hechicería
Hsch.
β
179.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}