Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βάμβα
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βάλλω
βαλλωτή
βαλμός
βαλνικάριος
Βαλόγγα
Βαλόγκα
Βάλοιον
Βαλοῖος
βαλοιτήσειρον
βαλός
Βάλσα
βαλσαμέλαιον
βαλσαμίνη
βάλσαμον
βάλσαμος
βαλσαμουργός
βαλσαμῶδες
βαλσαμώδης
βαλσαμών
Βαλτάσαρος
Βάλτη
βάλτιον
Βαλτιπάτνα
βάλτις
Βαλύρα
Βάλωμος
βαλώστιον
Βαλώστιον
βᾶμα
βαμά
βάμβα
βαμβαίνω
βαμβακεία
βαμβάκεια
βαμβακεύτρια
βαμβάκινος
βαμβάκιον
βαμβακοειδής
βάμβακος
βαμβάκτης
βαμβακύζω
βάμβαλα
βαμβαλείν
βαμβαλιαστύς
βαμβαλίζω
Βαμβαλίων
βάμβαλον
βαμβαλύζω
βαμβάλω
βάμβαξ
βαμβραδών
βαμβράσσει
Βαμβύκη
Βαμβυλεῖος
βᾶμες
βάμμα
Βαμμάλα
Βαμμόγουρα
βάν
βανά
Βανάγαρα
…
βάμβα
Save
LSJ
Pape
βάμβα,
= βάμμα (Syrac.),
Hsch.
βάμβα
, syrak. = βάμμα,
VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}