βαττολογία
βαττο-λογία· ἀργολογία, ἀκαιρολογία, Hsch. (βατο- cod.).
cháchara, charla insustancial
γέγονεν τὸ ἁμάρτημα ... παρὰ τὴν τοῦ λαβόντος βαττολογίαν
τὰ ῥήματά μου ... βαττολογίας ἀμέτοχα
οὐκ ἔστι λόγος, ἀλλὰ β.
βαττολογία, ας (ἡ) vain bavardage, radotage, Chrys. 7, 249a.
Étym. c. le préc.
βαττολογία, ἡ, das Plappern, Sp.; auch βαττολόγημα, K.S.