βατραχίσκοι Save βατραχίσκοι, part of the κιθάρα LSJ DGE βᾰτραχ-ίσκοι, οἱ, part of the κιθάρα, Hsch. βατραχίσκοι· μέρος τι τῆς κιθάρας Hsch.