βλαυτίον
βλαυτίον, slipper
βλαυτ-ίον, τό, Dim. of foreg., Ar. Eq. 889, Aristodem. 8, AP 6.293 (Leon.); βλαύρια in Hsch., Cyr.
zapatilla o sandalia
τοῦ χωλοῦ ποδὸς τὸ β.
τρόποις ... ὥσπερ βλαυτίοισι χρῶμαι
ὁ σκίπων καὶ ταῦτα τὰ βλαυτία, πότνια Κύπρι, ἄγκειται
βλαυτία ... νοσούντων εἰσὶ φορήματα
βλαυτίον, ου (τὸ) dim. du préc. Ar. Eq. 889 ; Ath. 338a ; Anth. 6, 293, etc.
βλαυτίον, τό, dim. zu βλαύτη, Ar. Eq. 886 ; Ath. VIII.338a ; Leon.Tar. 10.38 (VI.293 Plan. 307).
βλαυτίον
Dim. of βλαύτη, Ar.