Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βοειακός
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βοάριος
βοαρμία
Βοαρμία
Βοάρσαι
Βοάρσιον
βόαρχος
Βόας
βοᾶσι
Βοάσων
βοᾶτις
Βοαύλεια
βοαύλιον
βόαυλον
βόαυλος
βοάω
βόβλιτον
Βοβωνία
Βοβωνιάτης
Βογαδία
Βογάδιον
Βογδομανίς
Βόγης
Βόγος
Βόγχαι
Βόδεγκος
Βοδερία
Βοδόστωρ
Βοδοῦννοι
βοέη
βοεία
βοειακός
βοείδιον
βοείη
βοεικός
βόειος
βόεος
βοεργάζ
Βοές
βόες
βοευδής
βοεύς
Βοζηνός
Βοζιάτα
βοή
βοῆ
βοηγενής
βοήγια
βοηγία
βοηγοί
βοηγός
βοηδόν
Βοηδρία
βοηδρομέω
Βοηδρόμια
βοηδρομία
βοηδρομίη
Βοηδρόμιος
βοηδρόμιος
Βοηδρομιών
βοηδρόμος
βοήθαρχος
…
βοειακός
Save
LSJ
Pape
βοει-ακός, ή, όν, = sq.,
EM
254.44.
βοειακός
,
EM
. = βοεικός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}