Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βουβαύκαλα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βουαγός
βουάγωρ
Βουαινίς
βουάκραι
Βουάνα
Βουάνοι
Βουάνον
βουάρχη
Βουβάκης
βουβάλειος
βουβάλια
βουβάλιον
βουβάλιος
βούβαλις
βουβαλίς
βούβαλος
Βούβαλος
βουβάρας
Βουβάρης
βούβαρις
Βουβασσός
Βουβάστεια
Βουβαστεῖον
Βουβάστια
βουβαστικά
Βουβαστικός
Βούβαστις
βούβαστις
Βουβαστίτης
Βούβαστος
βουβαύκαλα
βουβαυκαλόσαυλος
βούβελα
Βουβεντανοί
βουβῆτις
Βούβια
βουβίλιξ
Βουβολκοί
βουβόσιον
βούβοσις
βουβότας
βουβότης
βούβοτος
Βουβοῦλκοι
βουβριστή
βούβρωστις
Βούβρωστις
βουβών
Βουβών
Βουβωνεύς
βουβωνία
βουβωνιακός
βουβωνίασις
βουβωνιασκόπος
βουβωνιάω
βουβωνικός
βουβώνιον
βουβωνίσκος
βουβωνοειδής
βουβωνοκήλη
βουβωνοκήλης
…
βουβαύκαλα
Save
Pape
βουβαύκαλα
, conj. Anaxandr. Ath. III.131a, = λίαν τρυφερός, s. βύβα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}