βούβοσις Save LSJ DGE Pape βού-βοσις, εως, ἡ, (βόσκω) = βούβρωστις, EM 206.24. βούβοσις -εως, ἡ apetito insaciable Hsch., EM 206.24G. βούβοσις, ἡ, Gefräßigkeit, VLL.