Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Βουβοῦλκοι
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βούβαλις
βουβαλίς
βούβαλος
Βούβαλος
βουβάρας
Βουβάρης
βούβαρις
Βουβασσός
Βουβάστεια
Βουβαστεῖον
Βουβάστια
βουβαστικά
Βουβαστικός
Βούβαστις
βούβαστις
Βουβαστίτης
Βούβαστος
βουβαύκαλα
βουβαυκαλόσαυλος
βούβελα
Βουβεντανοί
βουβῆτις
Βούβια
βουβίλιξ
Βουβολκοί
βουβόσιον
βούβοσις
βουβότας
βουβότης
βούβοτος
Βουβοῦλκοι
βουβριστή
βούβρωστις
Βούβρωστις
βουβών
Βουβών
Βουβωνεύς
βουβωνία
βουβωνιακός
βουβωνίασις
βουβωνιασκόπος
βουβωνιάω
βουβωνικός
βουβώνιον
βουβωνίσκος
βουβωνοειδής
βουβωνοκήλη
βουβωνοκήλης
βουβωνοκηλικός
βουβωνόομαι
βουβωνοφύλαξ
βουβωνόω
βουβωνώδης
βουγάϊος
βουγενής
βουγέρων
βοῦγλιν
βούγλωσσα
βούγλωσσον
βούγλωσσος
βουγονή
…
Βουβοῦλκοι
Save
Bailly 2024
Βουβοῦλκοι,
ων
(
οἱ
)
c.
Βουβολκοί,
Plut.
Popl.
11
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}