Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βραγχίον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βραβεύω
βραβήϊον
βράβης
βράβιλον
βράβιλος
βραβύλη
βράβυλον
βράβυλος
Βράγγας
βραγμός
Βραγόδουρον
βράγος
βραγχαλέος
βραγχάω
βραγχεία
βράγχη
Βραγχησία
Βραγχήσιος
βράγχια
βραγχία
Βραγχιάδης
βραγχιάζοισθε
βραγχιάζω
βραγχίασις
Βραγχιάτης
βραγχιάω
Βραγχίδαι
βραγχιοειδῆ
βραγχιοειδής
βράγχιον
βραγχίον
βράγχιος
Βράγχιος
βραγχιώδη
βραγχιώδης
βραγχοειδής
βράγχος
βραγχός
Βράγχος
βραγχώδης
βράγχωσις
βραδ-
βρᾳδ-
βραδανίζω
Βραδάτας
βραδεῖα
βραδέως
βράδινος
βρᾴδιον
βράδιον
βράδιστος
βράδος
Βραδούας
βραδυανάφορος
βραδυβάμων
βραδυβουλία
βραδυγαμέω
βραδυγαμία
βραδύγαμος
βραδυγενής
βραδυγλωσσία
…
βραγχίον
Save
DGE
βραγχίον
-ου, τό
náut.
casco
de un barco
, Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}