βραγχαλέος
βραγχαλέος, hoarse
βραγχ-ᾰλέος, α, ον, (βράγχος)
- hoarse, Hp. Acut. (Sp.) 55.
medic. que padece ronquera Hp.Acut.(Sp.) 55.
βραγχαλέος, α (ion. η), ον, rauque, Hpc. 405, 50.
Étym. βράγχος.
βραγχαλέος, heiser, Hippocr.