Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βραγχιάζω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βόωψ
βρά
βρᾷ
βραβεία
βραβεῖον
βράβευμα
βραβεύς
βραβευτής
βραβεύω
βραβήϊον
βράβης
βράβιλον
βράβιλος
βραβύλη
βράβυλον
βράβυλος
Βράγγας
βραγμός
Βραγόδουρον
βράγος
βραγχαλέος
βραγχάω
βραγχεία
βράγχη
Βραγχησία
Βραγχήσιος
βράγχια
βραγχία
Βραγχιάδης
βραγχιάζοισθε
βραγχιάζω
βραγχίασις
Βραγχιάτης
βραγχιάω
Βραγχίδαι
βραγχιοειδῆ
βραγχιοειδής
βράγχιον
βραγχίον
βράγχιος
Βράγχιος
βραγχιώδη
βραγχιώδης
βραγχοειδής
βράγχος
βραγχός
Βράγχος
βραγχώδης
βράγχωσις
βραδ-
βρᾳδ-
βραδανίζω
Βραδάτας
βραδεῖα
βραδέως
βράδινος
βρᾴδιον
βράδιον
βράδιστος
βράδος
Βραδούας
…
βραγχιάζω
Save
DGE
βραγχιάζω
sufrir ahogo
o
fatiga
Hsch., Cyr. en
REA
64.1962.100,
Et.Paru
.
ε
29.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}