βραγχιοειδής
βραγχ-ιοειδής, ές,
- = βραγχοειδής, Arist. HA 526b20.
βραγχιο·ειδής, ής, ές, semblable aux branchies des poissons, Arstt. H.A. 4, 2, 13.
Étym. βράγχιον, εἶδος.
βραγχιοειδής, ές, fischkiemenartig, Arist. H.A. 4.2.