Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βραχυφαγία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βραχύρριζος
βραχύς
Βράχυς
βραχύσημος
βραχυσίδαρος
βραχυσίδηρος
βραχυσκελής
βραχύσκιος
βραχυστελέχης
βραχύστερνος
βραχύστιχος
βραχυστομία
βραχύστομος
βραχυσυλλαβία
βραχυσυλλαβίη
βραχυσύλλαβος
βραχυσύμβολος
βραχυσώματος
βραχύσωμος
βραχύτατος
βραχυτελής
βραχύτερος
βραχύτης
βραχυτομέω
βραχύτομος
βραχυτονέω
βραχύτονος
βραχυτράχηλος
βραχύϋπνος
βραχύυπνος
βραχυφαγία
βραχυφεγγίτης
βραχύφυλλος
βραχυφωνία
βραχύχειρ
βραχυχρόνιος
βραχύωτος
βράχω
βραχώδης
Βραχώδης ἄκρα
βρεβιατικόν
βρεβιάτωρ
βρέβιον
βρεγκάριος
βρέγκος
βρέγμα
βρεγμός
βρεκάριος
βρεκεκεκέξ
βρέκιν
βρεκόκκιον
βρέκται
βρεκτέον
βρεκτήριον
βρεκτός
Βρέκυν
βρέκων
βρέκωρ
βρέλλιον
βρέμβος
βρεμεαίνω
…
βραχυφαγία
Save
DGE
βραχυφαγία
-ας, ἡ
hábito de comer poco
Ephr.Syr.3.425F.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}