βραχυσίδηρος
βραχυσίδηρος, with a short, small head
βρᾰχυ-σίδηρος [ῐ], Dor. βρᾰχυ-σίδᾱρος, ον, ἄκων β. a dart
- with a short, small head, Pi. N. 3.45.
βραχυ·σίδηρος, seul. dor. βραχυσίδαρος, ος, ον [ᾰῠῐᾱ] dont le fer est court, Pd. N. 3, 79.
βραχυσίδηρος, ἄκων, mit kurzem Eisen, Pind. N. 3.43.