βραχυστελέχης
βραχυστελέχης, with a short stem
βρᾰχυ-στελέχης, ες,
- with a short stem, Thphr. HP 4.6.10.
de tallo corto Thphr.HP 4.6.10.
βραχυ·στελέχης, ης, ες [ᾰ] dont la tige est courte, Th. H.P. 4, 6, 10.
Étym. Βρ. στέλεχος.
βραχυστελέχης, ές, kurzstämmig, Theophr.