Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βραχύσωμος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βραχύπνους
βραχύπολις
βραχυπορέω
βραχύπορος
βραχυπότης
βραχυπότος
βραχυπροπαραληκτέω
βραχύπτερος
βραχύπτολις
βραχυρρεπής
βραχυρρήμων
βραχυρριζία
βραχύρριζος
βραχύς
Βράχυς
βραχύσημος
βραχυσίδαρος
βραχυσίδηρος
βραχυσκελής
βραχύσκιος
βραχυστελέχης
βραχύστερνος
βραχύστιχος
βραχυστομία
βραχύστομος
βραχυσυλλαβία
βραχυσυλλαβίη
βραχυσύλλαβος
βραχυσύμβολος
βραχυσώματος
βραχύσωμος
βραχύτατος
βραχυτελής
βραχύτερος
βραχύτης
βραχυτομέω
βραχύτομος
βραχυτονέω
βραχύτονος
βραχυτράχηλος
βραχύϋπνος
βραχύυπνος
βραχυφαγία
βραχυφεγγίτης
βραχύφυλλος
βραχυφωνία
βραχύχειρ
βραχυχρόνιος
βραχύωτος
βράχω
βραχώδης
Βραχώδης ἄκρα
βρεβιατικόν
βρεβιάτωρ
βρέβιον
βρεγκάριος
βρέγκος
βρέγμα
βρεγμός
βρεκάριος
βρεκεκεκέξ
…
βραχύσωμος
Save
DGE
βραχύσωμος
-ον
de cuerpo corto
,
bajo
de estatura
,
ref. los pigmeos
, Eust.372.23.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}