βροδοδάκτυλος
βροδοδάκτυλος, rosy-fingered
βροδοδάκτυλος, ον,
- = ῥοδοδάκτυλος, rosy-fingered, μήνα (leg. σελάννα) Sapph. 96.8 L.-P..
βροδοδάκτυλος, rosy-fingered