βρομώδης Save LSJ DGE Pape βρομώδης, freq. f.l. for βρωμώδης (q.v.), Ath. 3.88a, Plu. An seni 2.792b, etc. βρομώδης v. βρωμώδης. βρομώδης, schlechtere Form für βρωμώδης.