βρουλλοκύπερος Save LSJ DGE Bailly 2024 βρουλλοκύπερος, ἡ, a kind of κύπερος, Aët. 1.132. βρουλλοκύπερος -ου, ἡ un tipo de ciprés Aët.1.131. βρουλλο·κύπερος, ου (ἡ) sorte de κύπερος, Aét. 1, p. 7 b, 35. Étym. βροῦλλον, κ.