Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βροῦχον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βροτοφόρος
βροτόω
βροτωφελής
βροῦ
βρούκα
Βροῦκα
βροῦκος
Βρούκτεροι
βρουλλοκύπερος
βροῦλλον
βροῦλον
βρουλός
Βρουμάλια
βρουμαλιτικός
βροῦνος
βρούξ
βροῦς
Βρουσιάς
Βρουσίς
Βροῦσοι
Βροῦσος
Βρούτειοι
Βρούτιδες
Βρουτοβρία
Βροῦτος
βροῦτος
Βρουτούπολις
Βρούττιοι
βρούχαλον
βρούχετος
βροῦχον
βροῦχος
βροχ
βροχερός
βροχετός
βροχεύς
βροχέως
βροχή
βροχηφόρος
βροχθίζω
βροχθισμός
βρόχθος
βροχθώδης
βροχίζω
βροχικός
βρόχιον
βροχίον
βρόχιος
βρόχιος μόρος
βροχίς
βρόχισμα
βροχισμός
βροχμός
βροχμώδης
Βρόχοι
βρόχος
βρόχυς
βρόχω
βροχώδης
βρόχωμα
βροχωτήρ
…
βροῦχον
Save
DGE
βροῦχον
-ου, τό
bot., otro n. de la
saxífraga
Ps.Dsc.4.16.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}