βροχθώδης
βροχθώδης, shallow
βροχθώδης, ες,
- shallow (acc. to Sch., cf. βρόχθος II.2), λιμνη Nic. Th. 366; τόπος τοῦ Νείλου EM 206.28.
de poca agua o poca profundidad, pantanoso
λίμνη
ἐπιβᾶσα ... βροχθώδους τόπου τοῦ Νείλου