Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βυσμός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βύρσινος
βυρσίς
βυρσοδεψεῖον
βυρσοδεψέω
βυρσοδέψης
βυρσοδέψησις
βυρσοδεψικός
βυρσοδέψιμος
βυρσοδέψιον
βυρσόκαππος
βυρσοκάππος
βυρσοπαγής
βυρσοπαφλαγών
βυρσοποιός
βυρσοπώλης
βυρσορέκτης
βύρσος
βυρσοτενής
βυρσοτομέω
βυρσοτόμος
βυρσότονον
βυρσότονος
βυρσοφώνης
βυρσόω
βυρσώδης
βύρτη
Βυρχανίς
βυσαύχην
Βύσιος
βύσμα
βυσμός
Βυσναῖοι
Βύσνος
βύσσα
βυσσαλεύω
βύσσαλοι
βύσσαλος
Βυσσάτις
βύσσινος
βυσσοβαρῆ
βυσσοδομεύω
βυσσόθεν
βυσσομέτρης
βυσσοποιός
βυσσός
βύσσος
Βυσσός
βυσσουργικός
βυσσουργός
βυσσοφαρεῖ
βυσσόφρων
βύσσωμα
βύσταξ
βυστίχοις
βυστίχος
βύστος
βύστρα
Βυταίας
βύτανα
βύτθαν
βυτθόν
…
βυσμός
Save
DGE
βυσμός
-οῦ, ὁ
medic., dud., cierta
enfermedad de los ojos
,
Cyran
.1.16.17.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}