Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βύρσος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βυρμός
βυρρός
βύρρος
βύρσα
Βύρσα
βυρσαίετος
βυρσάριον
βυρσάτονος
βυρσεῖον
βυρσεύς
βυρσεύω
βυρσικός
βυρσιμώλους
βυρσίνη
βύρσινος
βυρσίς
βυρσοδεψεῖον
βυρσοδεψέω
βυρσοδέψης
βυρσοδέψησις
βυρσοδεψικός
βυρσοδέψιμος
βυρσοδέψιον
βυρσόκαππος
βυρσοκάππος
βυρσοπαγής
βυρσοπαφλαγών
βυρσοποιός
βυρσοπώλης
βυρσορέκτης
βύρσος
βυρσοτενής
βυρσοτομέω
βυρσοτόμος
βυρσότονον
βυρσότονος
βυρσοφώνης
βυρσόω
βυρσώδης
βύρτη
Βυρχανίς
βυσαύχην
Βύσιος
βύσμα
βυσμός
Βυσναῖοι
Βύσνος
βύσσα
βυσσαλεύω
βύσσαλοι
βύσσαλος
Βυσσάτις
βύσσινος
βυσσοβαρῆ
βυσσοδομεύω
βυσσόθεν
βυσσομέτρης
βυσσοποιός
βυσσός
βύσσος
Βυσσός
…
βύρσος
Save
DGE
βύρσος
-ου, ὁ
órgano sexual femenino
Sch.Ar.
Pax
695.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}