γαιήϊος
γαιήϊος, ος, ον, né de la terre, Od. 7, 324 ; Anth. 14, 23.
Étym. γαίη.
γαιήϊος, der Erde angehörig, adjektiv. zu γαῖα, Hom. einmal, Od. 7.324 Τιτυὸν γαιήϊον υἱόν, = τὸν τῆς γῆς υἱόν, den Sohn der Erde ; Od. 11.576 Τιτυὸν γαίης ἐρικυδέος υἱόν ; vgl. Σθένελον Καπανήϊον υἱόν Il. 5.108, Σθένελος, Καπανῆος ἀγακλειτοῦ φίλος υἱός 2.564, Ἀγαμεμνονέην ἄλοχον Od. 3.264, Γοργείην κεφαλὴν δεινοῖο πελώρου 11.634. Mit Anspielung auf Homer Aenigm. 29 (XIV.23) γαιήϊος υἱός.
γαιήϊος
[γαῖα.]
Of the Earth: υἱόν Od. 7.324.