γειομόρος
γειο-μόρος,
- = γεωμόρος, A.R. 3.1387, AP 9.438 (Phil.), D.P. 190.
γειο·μόρος, ος, ον, c. γεωμόρος, A. Rh. 3, 1387 ; 4, 1453 ; Anth. 6, 238 ; 9, 438 ; DP. 190.
γειομόρος, = γεωμόρος, ackerbestellend, Ap.Rh. 3.1387 ; βότρυος Apollnds 5 (VI.238); a. sp.D.; ἄροτρον Dion.Per. 190.