γεισηποδίζω
dotar de soportes para la cornisa
(πάροδοι) γεγεισηποδι[σ]μέ[ναι] ... [λιθ]ίνῳ γεισηποδίσματι
γεισηποδίζω, γεισηπόδισμα, γεισήπους, v. γεισιποδίζω, γεισιπόδισμα, γεισίπους.
dotar de soportes para la cornisa
(πάροδοι) γεγεισηποδι[σ]μέ[ναι] ... [λιθ]ίνῳ γεισηποδίσματι