γειοπόνος
γειο-πόνος,
- = γεωπόνος, AP 6.41 (Agath.), Nonn. D. 42.329, etc.
γειο·πόνος, ος, ον, c. γεωπόνος, Anth. 6, 41 ; Nonn. D. 21, 97, etc.
γειοπόνος, = γεωπόνος, Nonn. D. 21.97 Agath. 30 (VI.41) u. a.Sp.