γεραίρω
γεραίρω, to honour
- honour, reward with a gift, νώτοισιν δʼ Αἴαντα διηνεκέεσσι γέραιρεν Il. 7.321, cf. Od. 14.437, 441, etc.: generally, honour, τινά Pi. O. 3.2: c. dat. modi, βωμοὺς ἑορταῖς ib. 5.5; τινὰ ἐπινικίοις B. 2.8; γένος θεῶν γ. φωνῇ Ar. Th. 961 (lyr.); δώροις καὶ ἀρχαῖς καὶ ἕδραις καὶ πάσαις τιμαῖς X. Cyr. 8.1.39; στεφάνοις τοὺς νικῶντας Id. HG 1.7.33; ὃν . . ἐπεστεφάνωσε γεραίρων IG 3.713:—Pass., τίμιος γεραίρεται E. Supp. 553; τιμαῖς X. Cyr. 8.8.4.
- 2 γεραίρει· τέρπει, Hsch.:—Pass., γεραιρόμενα μνίοισι prob. in Nic. Al. 396.
- 3 reversely, γ. τινί τι present as an honorary gift, τὰ Ἰοβάκχεια τῷ Διονύσῳ Jusj. ap. D. l.c.
- II celebrate, τὰ πάθεα τραγικοῖσι χοροῖσι Hdt. 5.67; χορείαις θυσίαν Pl. Lg. 799a, cf. Epin. 980b.—Not in early Prose, exc. Hdt., X., and Pl.: in later Prose, Ph. 1.186, Arr. Ind. 8.5 (Pass.), Porph. Abst. 2.16, etc.
I c. ac. de pers. y gener. dat. instrum.
1 agasajar, obsequiar esp. rel. la hospitalidad
νώτοισιν δ' Αἴαντα διηνεκέεσσι
ὅττι με τοῖον ἐόντ' ἀγαθοῖσι γεραίρεις
μιν ... ἐπ' εἰλαπίνῃσι
τούτους καὶ δώροις ... καὶ τιμαῖς
• en v. med.-pas. regocijarse, encontrarse a gusto
τήθη τε γεραιρόμενα μνίοισι
γεραίρει· τέρπει
2 rel. la competición, la fiesta, el culto honrar, homenajear, celebrar esp. c. el canto
ἐπινικίοις Πανθείδα φίλον υἱόν
γένος Ὀλυμπίων θεῶν ... φωνῇ
τὰ πάθεα αὐτοῦ τραγικοῖσι χωροῖσι
ᾧ τυ γεραίρειν ἀρξεῦμ'
• de otras maneras
στεφάνοις ... τοὺς νικῶντας
ὃν καὶ δῆμος ἐστεφάνωσε γεραίρων
τὸν ἄριστα ... τὸ δαιμόνιον γεραίροντα
ἀπαρχαῖς ... τὸ θεῖον
Βάσσον ... εἰκόνι τῇδε
• honrar la memoria de un muerto
Ἄττιον ... τελαμῶνι
• crist. adorar a Dios
αὐτὸν γεραίρομεν
• en v. pas. recibir honores, ser celebrado c. pred.
δαίμων ... τίμιος γεραίρεται
οἱ ταῖς μεγίσταις τιμαῖς γεραιρόμενοι
τὸν Ἡρακλέα ... πρὸς Σουρασηνῶν
II c. ac. no de pers.
1 contribuir al honor de, engrandecer c. o sin dat.
βωμοὺς ... ἑορταῖς
un vencedor en la carrera de caballosκλεινὰν Ἀκράγαντα
χορείαις ποίαισιν ... τὴν τότε θυσίαν
• en v. med. mismo sent.
Πριάμου δὲ νικῶνθ' ... γεραίρεσθαι δόμους
2 c. dat. compl. ind. ofrecer como obsequio, ofrendar
τὰ Ἰοβάκχεια γεραρῷ τῷ Διονύσῳ
1. eren, belonen:
2. vieren, opluisteren:
[γέρας.]
To honour, show honour to: νώτοισι διηνεκέεσσιν Il. 7.321: Od. 14.437, ἀγαθοῖσιν 441.
- 1do honour, bring honour to κλεινὰν Ἀκράγαντα γεραίρων εὔχομαι O. 3.2 βωμοὺς ἓξ διδύμους ἐγέραρεν ἑορταῖς θεῶν (ἐγέραιρεν v. l.: sc. Ἡρακλέης) O. 5.5 δᾶμον γεραίρων (sc. Ἱέρων) P. 1.70 Αἰακίδας ἐγέραιρεν ματρόπολίν τε (sc. Πυθέας: ἐγέραρεν coni. Callierges) N. 5.8 οἵ σε (= Ἑστίαν) γεραίροντες ὀρθὰν φυλάσσοισιν Τένεδον N. 11.5 (Ποσειδᾶν) εὐάρματον ἄνδρα γεραίρων, Ἀκραγαντίνων φάος I. 2.17 γεραίρετέ μιν, ὃς Ἴσθμιον ἂν νάπος Δωρίων ἔλαχεν σελίνων (Bothe: γεραίρεται codex) I. 8.62
- Ito honour or reward with a gift, τινά τινι Hom., etc.:—Pass. to be so honoured, Eur.
- 2reversely, γ. τινί τι to present as an honorary gift, ap. Dem.
- IIto celebrate, χοροῖσι with dances, Hdt.