γεοειδής
γεο-ειδής, ές,
- = γεώδης, Ti.Locr. 101a, Arist. GA 731b13, HA 555b28.
de naturaleza terrosa, terroso, formado por tierra
γᾶς τε καὶ γεοειδέων
γεννᾶται ἔκ τινος συστάσεως γεοειδοῦς καὶ ὑγρᾶς
ἐκδύνουσιν ἐκ τοῦ γεοειδοῦς τοῦ περιέχοντος ἀκρίδες
γεο·ειδής, ής, ές, semblable à de la terre, T. Locr. 101a ; Arstt. H.A. 1, 23, fin ; 5, 28, 3.
Étym. γῆ, εἶδος ; cf. γεώδης.
γεοειδής, ές, erdartig, erdig, Tim.Locr. 101a ; Arist. H.A. 5.28 u. Sp.