γεραιράδες Save LSJ DGE γεραιράδες or γεραράδες, αἱ, = γεραραί, AB 228; priestesses of Athena at Argos, ib. 231.10; γερηράδες, Hsch. γεραιράδες -ων, αἱ venerables tít. dado a las sacerdotisas de Dioniso AB 228.9, cf. γεραιρά, γεραράδες, γεραρός.