About
Menu

γλυπτός

γλυπτός, carved

γλυπτός, ή, όν,
  • fit for carving, of wood or stone, Thphr. Lap. 5.
      • 2 carved, λύγδου γ. AP 5.193 (Posidipp. or Ascl.); γ. ὁμοίωμα LXX De. 4.25; πρόσοψις Iamb. Protr. 21.κγ; γλυπτόν, τό, carved image, LXX Is. 44.10, al.: but γλυπτά, τά, quarries, ib. Jd. 3.19.

Saved

Recent