γομόω
γομόω, to load
- load, γομώσων τὸν ὄνον Babr. 111.9, cf. PFlor. 129.5 (iii A. D.), etc.:—Pass., ἅμαξα ξύλων γεγομωμένη Edict.Diocl. 14.8.
1 cargar
τὸν ὄνον
τὰ τρ[ία κα]μήλια
τὰ πλοῖα
ἀπόστειλον αὐτὰ (τὰ καμήλια) ... ὅπως γομώσῃ τὰ ξύλα
• en v. pas.
γομωθέντα τὰ πλοῖα
• c. gen. estar cargado de
ἅμαξα ξύλων γεγομωμένη
τὸ πετεινὸν ... γεγομωμένον τῶν ἀρωμάτων
• fig. de pers. que han bebido
τί γὰρ ἀπλήστως ἐγόμωσας;
2 llenar en v. pas.
γομοῦνται ὑμῶν οἱ δύο μεγάλοι λάκκοι
• fig. c. dos ac.
γομώσας τὸν ἀέρα λόγους
- to load, Babr.